Τα χρονίζοντα προβλήματα αποκαλύπτουν τις διαχρονικές ευθύνες των πολιτικών ηγεσιών, των κομμάτων αλλά και των αγροτών, καθώς και το έλλειμμα σε θεσμικές και οργανωτικές παρεμβάσεις, που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις υπέρβασης των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών της ελληνικής γεωργίας.
Αναδεικνύεται έτσι η λογική της βραχυπρόθεσμης
εισπρακτικής λογικής έναντι του μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδιασμού,
ως διαχρονικό γνώρισμα της αγροτικής πολιτικής στη χώρα μας.
Μέσα σ’ ένα περιβάλλον συνεχούς αποδυνάμωσης του υποστηρικτικού και προστατευτικού πλαισίου της ΚΑΠ, αύξησης των ανταγωνιστικών πιέσεων προς την ελληνική γεωργία, η οποία, όπως και ολόκληρη η ελληνική οικονομία, λειτουργεί πλέον στο περιβάλλον της ΟΝΕ, η ελληνική γεωργία σημειώνει την τελευταία δεκαπενταετία αυξομειώσεις/στασιμότητα των παραγωγικών επιδόσεων, διαρκή συρρίκνωση του γεωργικού εισοδήματος (συνολικά, ανά εργαζόμενο και ανά εκμετάλλευση), μείωση του εισοδήματος απ’ την αγορά, αυξανόμενη εξάρτηση απ’ τις επιδοτήσεις, καθώς και επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της. Όλες οι μείζονες διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις των τελευταίων δύο τουλάχιστον δεκαετιών συνοδεύονται από επιτάχυνση στην πτωτική αυτή πορεία της ελληνικής γεωργίας.
Παρότι η
ελληνική γεωργία φαίνεται να σημειώνει κάποιες θετικές επιδόσεις στην
μετά το 2007 περίοδο, σε αντίθεση με την ύφεση στην οποία ήδη βρίσκεται η
ελληνική οικονομία, τα χρονίζοντα προβλήματα και οι ‘σταθερές’ στον
τρόπο άσκησης της αγροτικής πολιτικής δημιουργούν εύλογες ανησυχίες για
τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της.Ζητούμενο εξακολουθεί να παραμένει η υπέρβαση των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής γεωργίας μέσα από τις θεσμικές και οργανωτικές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της προώθησης της συλλογικότητας και της ποιότητας, μαζί με ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τη γεωργία και την ύπαιθρο, δηλαδή την αναγνώριση των πολλαπλών ρόλων που επιτελεί εντός των σύγχρονων κοινωνιών, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό των δημόσιων πολιτικών για τη στήριξή της.
Η διπλή αυτή προσπάθεια πρέπει να περάσει από τις συμπληγάδες τόσο της (δήθεν) αυτορρυθμιστικής ικανότητας των «ελεύθερων» αγορών όσο και της στείρας «επιδοματικής» λογικής, στην οποία οι Έλληνες αγρότες είναι ισχυρά εθισμένοι.
Το ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο αποκαλύπτει τα σοβαρά προβλήματα διεθνούς ανταγωνιστικότητας της γεωργικής παραγωγής. Παρά τη θετική πορεία των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων και τροφίμων τα τελευταία χρόνια, η αυξανόμενη εισαγωγική διείσδυση των ίδιων προϊόντων υπογραμμίζει τη συνεχιζόμενη αδυναμία του ελληνικού αγροτοδιατροφικού τομέα να προσφέρει προϊόντα επιθυμητά στους εγχώριους και ξένους καταναλωτές σε τιμές, ποιότητα αλλά και ποσότητα.
Ο τρόπος με τον οποίο οι πάσης φύσεως δημόσιες υπηρεσίες ελέγχουν ή καλύτερα επιχειρούν να ελέγξουν την εσωτερική αγορά επηρεάζει αποφασιστικά την ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων. Η αναποτελεσματικότητα που χαρακτηρίζει τη σχετιζόμενη με τον έλεγχο νομοθεσία συντελεί σε σημαντικό βαθμό στην αναποτελεσματική λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και συνακόλουθα υποθάλπει τη νοθεία σ’ ένα ευρύ φάσμα της εγχώριας παραγωγής ορισμένων προϊόντων (όπως π.χ. των γαλακτοκομικών και των αλεύρων).
Παράλληλα, διευκολύνει και τη διείσδυση κατώτερης ποιότητας ομοειδών προϊόντων τόσο από χώρες της ΕΕ όσο και από τρίτες χώρες. Οι επιπτώσεις από τον πλημμελή έλεγχο της αγοράς στην εγχώρια παραγωγή, την κατανάλωση και το εμπορικό ισοζύγιο, είναι αναμφίβολα αρνητικές.
Διαπιστώθηκε, επίσης, η συρρίκνωση σε πολύ σημαντικό βαθμό του γεωργικού οικογενειακού εισοδήματος την τελευταία δεκαπενταετία, τόσο στο σύνολό του όσο και ανά πλήρως απασχολούμενο και ανά εκμετάλλευση. Ταυτόχρονα, το υψηλό και διαχρονικά αυξανόμενο ποσοστό των επιδοτήσεων στο γεωργικό εισόδημα και η δραματική μείωση του εισοδήματος των εκμεταλλεύσεων από την αγορά υπογραμμίζουν όχι μόνο τα χρονίζοντα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας αλλά και το πόσο ευάλωτη παραμένει σε αλλαγές του θεσμικού πλαισίου, όπως η εκ νέου μείωση των επιδοτήσεων.
Στα διαχρονικά προβλήματα, τέλος, πρέπει να αναφερθεί η ανυπαρξία σύνδεσης επιστημονικής έρευνας και σχεδιασμού/εφαρμογής αγροτικής πολιτικής. Δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός μόνιμης «διάχυσης» των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και εφαρμόζεται η αγροτική πολιτική, εκτός από κάποιες σπάνιες και αποσπασματικές περιπτώσεις. Έτσι, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς με ποια κριτήρια σχεδιάζεται η αγροτική πολιτική και με ποιον τρόπο εφαρμόζεται από έναν διοικητικό μηχανισμό που έχει υποβαθμίσει ένα μεγάλο μέρος του επιστημονικού του δυναμικού σε απλούς διεκπεραιωτές εγγράφων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου